3 Fonteinen : Μια ιστορία πάθους για Gueuze/Lambic

Συγγραφή: Φώτης Αναστασίου/Local pub

Πρίν λίγους μήνες είχα την χαρά να ταξιδέψω στο Βέλγιο μαζί με δύο φίλους κυρίως για να εξερευνήσουμε τις Gueuze-Lambic ή κοινώς Sour ales. Aφροζύμωτες μπύρες αυθόρμητης ζύμωσης. Μια από αυτές με βαρύ όνομα και ιστορία είναι η Brouwerij 3 Fonteinen & lambik-O-droom και μέσα απο αυτό το άρθρο θα σας ταξιδέψω στο μαγικό κόσμο του  Gaston και του Armand Debelder .

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Gaston Debelder και η σύζυγός του Raymonde Dedoncker αποφάσισαν να ανταλλάξουν την αγροτική ζωή στο Halle με μια καριέρα στην μπύρα. Το 1953 το ζευγάρι αγοράζει ένα σπίτι το οποίο λειτουργούσε ως μπαρ και geuze blendery από το 1887. Αυτό το κτίριο, το οποίο βρίσκεται στο Hoogstraat του Beersel, ανήκε κάποτε στον Jean-Baptiste Vanderlinden, πρώην δήμαρχο του Beersel και επίσης αφοσιωμένου geuze blender.

 Ο Gaston και η Raymonde βάφτισαν την brasserie «3 Fonteinen» αμέσως αφού την ανέλαβαν. Πολύ σύντομα ο Gaston έγινε και ο ίδιος ειδικός στην ευγενή τέχνη του blending. Lambik και geuzeδεν ήταν καινούριες έννοιες για το ζεύγος Debelder: ο Arthur Debelder, θείος του Gaston, ήταν ένας επιτυχημένος gueuze blender στο Lot από τις αρχές του 19ου αιώνα. Άρα το μυστικό της lambik δεν υπήρχε μόνο στην ατμόσφαιρα, έτρεχε στο ίδιο τους το αίμα.

 Μετά από εννέα χρόνια, το 1961, η οικογένεια Debelder αγοράζει ένα ακίνητο στην πλατεία της εκκλησίας του Beersel. Το κτίριο κατεδαφίστηκε, αλλά η αποθήκη, κάτω από την σημερινή αίθουσα τελετών, διατηρήθηκε. Ο Gaston σκάβει το δικό του κελάρι κάτω από το κτίριο καθώς το πάθος του για το gueuze blending συνεχίζει να μεγαλώνει. Αυτοί οι υπόγειοι χώροι αποθήκευσης είναι ιδανικοί για να αφεθούν  μπουκάλια blended lambik να επαναζυμωθούν σε geuze και να ωριμάσουν για αρκετά χρόνια. Τα κελάρια του εστιατορίου εφάπτονται του ζυθοποιείου ακόμα και σήμερα.

Το μπαρ υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλές τις δεκαετίες του 60 και 70. Μεταξύ άλλων φιλοξένησε την λογοτεχνική λέσχη “Mijol”, υπό την προεδρία του θρυλικού Φλαμανδού  συγγραφέα Herman Teirlinck, ο οποίος ζούσε στο Beersel από το 1935. Πολλοί Φλαμανδοί συγγραφείς, καλλιτέχνες και πολιτικοί (π.χ. Gerard Walschap, Ernest Claes, και Marc Galle) περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους εδώ, παίζοντας «mijolbak» (δημοφιλές παιχνίδι παμπ)

 Έως και πριν από μερικά χρόνια, θεωρούνταν ότι η ονομασία «3 Fonteinen» προερχόταν από το πορσελάνινο σύστημα κανουλών το οποίο υπήρχε πάντα στο  μπαρ. Ακόμα και σήμερα, lambik, faro και kriekenlambik της 3 Fonteinen ρέουν άφθονες από αυτό. Ωστόσο, η αρχική ονομασία Fonteinen αναφέρεται στις πηγές που αναβλύζουν από την μικρή κοιλάδα πίσω από το Laarheide και το σημερινό ζυθοποιείο  3 Fonteinen, στην κορυφή του λόφου στο Beersel. Εκτός αυτού, η 3 Fonteinen ήταν το κατεξοχήν ποτοπωλείο για πολλούς κατοίκους των Βρυξελλών οι οποίοι πλημμύριζαν την πλατεία του χωριού τα σαββατοκύριακα για να απολαύσουν ψωμί με «plattekeis» (φρέσκο λευκό τυρί) και guis (τοπική ονομασία για το gueuse).

 Το 1982 ο Gaston σκάβει το δικό του κελάρι κάτω από το κτίριο καθώς το πάθος του για το geuze blending συνεχίζει να μεγαλώνει.Την ίδια χρονιά ο Armand & ο Guido αναλαμβάνουν την κουζίνα και το  blendery.

Μετά από χρόνια επιτυχίας στο εστιατόριο και το gueuze blending, ο Gaston και η Reymonde άφησαν την επιχείρησή τους στους γιούς τους Armand και Guido. Ενώ ο Guido ανέλαβε την ευθύνη της διαχείρισης και το εστιατόριο, ο Armand έτρεχε την κουζίνα και το ζυθοποιείο geuze.

Ο Armand έγινε σεφ το 1974 σε ηλικία 24 ετών, αλλά μαγείρευε από τα 16. Υπό τις οδηγίες του, το μενού επεκτάθηκε σημαντικά με (νέες εκδόσεις) τοπικών πιάτων, οι οποίες χρησιμοποιούσαν  lambic, faro και gueuze ως συστατικά. Ορισμένες από αυτές τις συνταγές εξελίχθηκαν σε πραγματικά κλασσικά πιάτα τα οποία σερβίρονται έως και σήμερα! Κατά την διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Armand είχε κληρονομήσει την ''μύτη'', τις ικανότητες και την εμπειρία από τον πατέρα του και χρησιμοποίησε τα ταλέντα του για να συνεχίσει την ευγενή τέχνη του blending.

Κατά την διάρκεια των δεκαετιών του 80 και του 90, το εστιατόριο γνωρίζει σημαντική επιτυχία. Ο Armand ακόμη αναπολεί με νοσταλγία τα καλοκαίρια που έπρεπε να κόψουν και να τηγανίσουν περισσότερο από ένα τόνο πατάτες κάθε εβδομάδα, ή τα μύδια που μαγειρεύονταν ανά ντουζίνες κιλά. Εν τω μεταξύ, η gueuze τους συνέχιζε να ρέει....

 Το εστιατόριο μπορεί να γνώριζε άνθιση αλλά μια πολύ σημαντικότερη πρόκληση είχε αρχίσει να αναδύεται: περίπου το 1990 η κατανάλωση gueuze άγγιξε τα απολύτως κατώτατα επίπεδα της. Αυτό οφειλόταν στην μετατόπιση της κατανάλωσης προς τις φτηνές pils, τις γλυκές φρουτόμπυρες και το κρασί.

Εξετάστηκε η πιθανότητα να σταματήσει εντελώς το blending στις gueuze. Η αυθεντική μέθοδος με την οποία ο Armand και ο Gaston εξασκούσαν την τέχνη τους δεν απαιτούσε μόνο πολύ χρόνο και υπομονή, αλλά και κεφάλαια. Η παραγωγή και το απόθεμα lambic έπρεπε  να χρηματοδοτείται τουλάχιστον τρία χρόνια νωρίτερα για  την αγορά των βαρελιών, της ίδιας της μπύρας και το πάγιο κόστος του προσωπικού.

Το 1993, το βραβείο Objectieve BierProevers (το οποίο απονέμεται σε διακεκριμένες προσωπικότητες του κόσμου της Βελγικής ζυθοποιίας), απονεμήθηκε σε τρεις αυθεντικούς gueuze blenders: 3 Fonteinen, Hanssens Artisanaal και Moriau. Αυτή ήταν η υποστήριξη που χρειαζόταν ο Armand για να πειστεί ακόμη περισσότερο ότι «η lambic και η gueuze έχουν μέλλον, επειδή είναι τοπικές και είναι δικές τους».

Η μπύρα lambic έχει ένα προφανή δεσμό με το «terroir» μας και αυτή η κληρονομιά μας δεν μπορεί να αναπαραχθεί με τεχνητά μέσα.

Το 1997 Ο Armand Debelder εξελίσσεται ως ζυθοποιός και blender.

Η αποφασιστικότητα και η πίστη του Armand στο μέλλον της lambic δεν επρόκειτο να είναι εύκολη υπόθεση. Αυτό φάνηκε όταν ο Gaston- ο οποίος είχε δει την πτώση της κατανάλωσης gueuze να συμβαίνει μπροστά στα ίδια του τα μάτια – θεώρησε τρελό τον ίδιο του τον γιο. 

«Gueuze πίνουν μόνο οι γέροι πλέον», ο Armand θυμάται να λέει ο πατέρας του.

Ευτυχώς όμως ο Armand κληρονόμησε επίσης την ισχυρογνωμοσύνη και την επιμονή του πατέρα του. Επέλεξε να ασχοληθεί αποκλειστικά με την lambic και την gueuze, και ξεκινά την δική του εταιρεία το 1997. O Guido αναλαμβάνει τον πλήρη έλεγχο του εστιατορίου το 2002.

Τον ίδιο χρόνο, ο Armand ιδρύει το HORAL (High Council for Artisanal Lambic Beer) μαζί με μερικούς άλλους ζυθοποιούς και blenders. Τον Νοέμβριο του 1997 επιτέλους συμβαίνει: ο Armand αρχίζει να φτιάχνει μπύρα ο ίδιος και η ζυθοποιία 3 Fonteinen αρχίζει επίσημα την παραγωγή. Ο Armand ετοιμάζει το δικό του γλεύκος σε ένα μικρό σύστημα στον αριθμό 2 της οδού Hoogstraat. Το ζυθοποιείο βρίσκεται σε αυτή την τοποθεσία έως και σήμερα.

Τα επόμενα χρόνια αποδεικνύεται ότι ο Armand είχε δίκιο. Το τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και διεθνές ενδιαφέρον για τις μπύρες lambic και geuze αναζωπυρώνεται. Το Toer De Gueuze και το  Open Bier Dagen καθώς και πολυάριθμες πρωτοβουλίες του τουριστικού κλάδου παίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτό.

Εν τω μεταξύ, η 3 Fonteinen συνεχίζει να αναπτύσσεται και περίπου το 2008 η εταιρεία καθίσταται και οικονομικά υγιής. Η ετήσια παραγωγή εκείνη την περίοδο ανέρχεται σε περίπου 800 εκατόλιτρα ανά έτος. Αυτό απαιτεί την αγορά όλο και περισσότερων ξύλινων βαρελιών. Εκείνη την περίοδο τα δοχεία είναι ήδη διανεμημένα σε τρεις διαφορετικές τοποθεσίες: δύο στο Beersel (Hoogstraat και Laarheide) και ένα στο Essenbeek Halle (Zavestraat).

Όλα μοιάζουν να πηγαίνουν τέλεια για την 3 Fonteinen, έως την νύχτα μεταξύ 15ης και 16ης Μαρτίου του 2009…

 Το πρωί του Σαββάτου, 16 Μαΐου 2009, o Armand άνοιξε την πόρτα της αποθήκης στο Halle. Μια ριπή καυτού αέρα τον πέταξε κυριολεκτικά κάτω, και ενστικτωδώς έτρεξε μέσα στο ζεστό δωμάτιο. Αυτός ο χώρος, γεμάτος με φιάλες σε διαδικασία επαναζύμωσης και ωρίμανσης, συνήθως διατηρείται σε μια θερμοκρασία 18 βαθμών κελσίου. Αυτή διασφαλίζεται από ένα θερμαντικό στοιχείο το οποίο ελέγχεται από ένα θερμοστάτη. Εκείνη την ημέρα υπήρχαν αποθηκευμένες περίπου 80.000 φιάλες…

Λόγω μιας βλάβης του θερμοστάτη η θερμοκρασία ανέβηκε στους 60-70 βαθμούς Κελσίου για τουλάχιστον μία, αλλά πιθανότατα για τρεις ολόκληρες ημέρες. Έως τότε τουλάχιστον 13.000 φιάλες είχαν εκραγεί λόγω πίεσης. Σε κατάσταση σοκ ο Armand σκεφτόταν ένα μόνο πράγμα: «τελείωσαν όλα», αφού το θερμό δωμάτιο περιέχει απόθεμα προς πώληση, συνεπώς και εισοδήματα, ενός έτους. Ωστόσο η Lydie Hulpiau, σύζυγος του Armand, και μια χούφτα άλλοι άνθρωποι ανέλαβαν να βοηθήσουν τον Armand προκειμένου το ζυθοποιείο να αναγεννηθεί από τις στάχτες του μετά το περιστατικό.

 Ζυθοποιοί βοήθησαν την 3 Fonteinen παραχωρώντας παράταση  πληρωμών και δωρεές από την πώληση μπυρών φτιαγμένων για την περίσταση. Ο δάσκαλος τεχνικών απόσταξης, μαθήματα του οποίου είχε παρακολουθήσει ο Armand, πρότεινε να αποστάξουν την gueuze. Μετά από μερικές δοκιμές, η προσπάθεια στέφθηκε με επιτυχία.  Τα επόμενα δύο σαββατοκύριακα 100 περίπου εθελοντές βοήθησαν να αδειάσουν 65.000 φιάλες μπύρας. Αυτές αποτέλεσαν την βάση του Armand’ Spirit, ένα eau de vie (μπράντυ φρούτων ) με χαρακτηριστικά gueuze, η απόσταξη του οποίου πραγματοποιήθηκε από το αποστακτήριο Distillerie de Biercée.

O Armand είχε επίσης λίγη από την lambic του σε δρύινα βαρέλια, την οποία θα χρησιμοποιούσε για μελλοντικά blends. Κάποιοι φίλοι του από την Αμερική έδωσαν στον Armand την έμπνευση να δημιουργήσει ένα ειδικό blend το οποίο αποτελούταν αποκλειστικά από lambic της 3 Fonteinen. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε μια μοναδική σειρά blend: η Armand’ 4, Lente, Zomer, Herfst και Winter. Η σειρά Armand’ 4 έγινε επιτυχία: με το πανέμορφο σχέδιο της φιάλης και ακολουθώντας το αλάνθαστο ένστικτο μάρκετινγκ της Lydie, οι πωλήσεις ξεπέρασαν κάθε προσδοκία.

Έως το 2011, ο Armand είχε πουλήσει το ζυθοποιείο και είχε επενδύσει μεγάλα ποσά από τα δικά του χρήματα στην επιχείρηση. Με την υποστήριξη φίλων, οικογένειας, υποστηρικτών και τις πωλήσεις των gueuze Armand’ 4 και του Armand’  Spirit, συγκεντρώθηκαν αρκετά χρήματα τα οποία επέτρεψαν στην 3 Fonteinen να επιβιώσει οριακά και να αρχίσει και πάλι το blending της gueuze..

 Έχοντας μόλις ανακάμψει, αλλά αποφασισμένος όσο ποτέ να συνεχίσει, ο Armand αρχίζει να αναζητά ένα νέο υπάλληλο το 2010. Στον Michaël Blancquaert, 26 χρονών τότε, βλέπει μια νεότερη εκδοχή του εαυτού του: πιστός στην παραδοσιακή διαδικασία και παθιασμένος με την παράδοση, πάντα πρόθυμος να μάθει και αποφασισμένος να επιδιώξει την απόλυτη ποιότητα. Σύντομα ο  Armand και ο Michaël ανακοινώνουν την επιθυμία τους να αρχίσουν και πάλι την ζυθοποίηση. Τον Σεπτέμβριο του 2012 ένα μικρό σύστημα με δοχείο ψύξης 4000 λίτρων αρχίζει να λειτουργεί στην Hoogstraat 2A. Έως το τέλος του 2012 οι δραστηριότητες της 3 Fonteinen εξαπλώνονται όσο ποτέ. Με όχι λιγότερες από τέσσερεις διαφορετικές τοποθεσίες, η οργάνωση της μεταφοράς lambic και έτοιμων φιαλών έγινε εφιαλτική. Αυτή η οργάνωση της εφοδιαστικής αλυσίδας επιβάρυνε την εταιρεία με 200 ανθρωποημέρες ετησίως.

Για αυτό το λόγο από τα μέσα του 2013 ξεκίνησε μια εντατική προσπάθεια αναζήτησης νέου χώρου, με κύριο σκοπό την συγκέντρωση όλων των φάσεων της παραγωγικής διαδικασίας, εκτός της ίδιας της ζυθοποίησης. Και όλα αυτά κατά προτίμηση μέσα ή κοντά στο Beersel. Ένα Σάββατο πρωί το καλοκαίρι του 2013 ο  Armand και ο Michaël μιλούσαν σε κάποια άτομα του κύκλου σχετικά με αυτό το σχέδιο. Εκείνη την στιγμή μπήκε ο  Werner Van Obberghen για να αγοράσει την κάσα gueuze του. Έντεκα χρόνια πριν ο Werner είχε γράψει την πτυχιακή του εργασία σχετικά με τα προβλήματα των μικρών παραδοσιακών gueuze blenders και το 2012 παρακολούθησε το ίδιο σεμινάριο ζυθοποίησης με τον Michaël.

Παρόλο που δεν ήταν άγνωστοι, ο Werner το θεώρησε τιμή του όταν ο Armand τον κάλεσε στο γραφείο του για να μιλήσουν για τα σχέδιά τους. Ο Werner πρότεινε να συντάξει εθελοντικά ένα επιχειρηματικό σχέδιο για τις μελλοντικές επενδύσεις. Μετά από πολλές ανταλλαγές ιδεών, υπολογισμούς και συζητήσεις,  ο Werner στις αρχές του 2014 εξέφρασε την επιθυμία να βοηθήσει ο ίδιος στον συντονισμό αυτών των σχεδίων. Το 2015 οριστικοποιήθηκε η συμφωνία για την τελική τοποθεσία. Στην οδό Molenstraat 47 στο Lot, λίγα μόλις μέτρα από τον ποταμό Zenne. Αυτός ο αποθηκευτικός χώρος των 5.500 τ.μ. αποτελεί ένα εξαιρετικό μέρος για την τοποθέτηση των  πολυάριθμων βαρελιών, δεδομένου ότι η lambic 3 Fonteinen ωριμάζει και κάθεται για τρία χρόνια κατά μέσο όρο. Οι περισσότερες από τις άλλες δραστηριότητες μπορούν να πραγματοποιηθούν εδώ αλλά η ζυθοποίηση θα συνεχίσει στο Beersel.

 Μακάρι να μπορούσα να σας μεταφέρω το πάθος και την αγάπη ενός ταπεινού ανθρώπου που δεν δίστασε σαν γνήσιος οικοδεσπότης να μας κάνει μια σύντομη περιήγηση στα άδυτα της 3Fonteinen αλλά και να μοιραστεί μαζί μας πέρα απο ένα ποτήρι lambic, ιστορίες αφηγημένες με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο...ένα πράγμα είναι σίγουρο: η lambic είναι ζωντανή...πιο ζωντανή απο ποτέ!

Craft μπίρα σε κουτάκι; Yes we can!

Τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε την άνοδο των πωλήσεων της craft μπίρας. Παράλληλα παρακολουθούμε και την άνοδο της craft μπίρας, που είναι συσκευασμένη σε κουτάκι. Το παραπάνω trend ξεκίνησε από την Αμερική φυσικά και εξαπλώνεται σε όλες τις Ηπείρους. Σε αυτό συντέλεσαν καταρχάς, οι κινητές μονάδες εγκυτίωσης που κυκλοφορούν από ζυθοποιείο σε ζυθοποιείο, τα τελευταία χρόνια 4-5 χρόνια, και συσκευάζουν craft μπίρα. Πρόκειται για μονάδες μηχανημάτων εγκυτίωσης, που μπορούν να μεταφερθούν οπουδήποτε και να "κουμπώσουν" σε μια δεξαμενή ωρίμανσης μπίρας μέσα σε μια ώρα, να συσκευάσουν σε κουτάκια όλη τη δεξαμενή σε χρόνο μίας βάρδιας, και να πλυθούν, να αποσυναρμολογηθούν και να ξαναφορτωθούν στο φορτηγό που την μεταφέρει σε περίπου 2 ώρες μετά το πέρας της συσκευασίας.

Ωστόσο, το κίνημα των hipster της Αμερικής ήταν που έκανε δημοφιλές την craft μπίρα σε κουτάκι. Προφανώς το κουτάκι είναι μία συσκευασία που θυμίζει πιο παλιές εποχές στην ιστορία της Αμερικής. Ίσως σε ορισμένους hipsters να θύμιζε τον πατέρα ή τον παππού τους που έπιναν από το τενεκεδένιο κουτάκι πριν από 45 χρόνια. Έτσι δεν άργησε να γίνει μόδα τo κουτάκι craft μπίρας ανάμεσά τους και να διαδοθεί και στη συνείδηση των υπολοίπων craft drinkers ότι είναι ένα ασφαλές μέσο συσκευασίας, για την αγαπημένη τους μπίρα.

Στην Ελλάδα ακόμα δεν έχουμε φτάσει σε αυτό το επίπεδο, λόγω των πολλών αστικών μύθων που κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα. Υπάρχει ακόμα η νοοτροπία ότι μόνο οι μπίρες του περιπτέρου, όπως συνηθίζεται να λέγεται, κυκλοφορούν σε αυτό το format. Επίσης οι μπίρες που είναι σε αλουμινένιο κουτάκι έχουν μεταλλική γεύση. Τέλος τα κουτάκια μπίρας είναι για τα πανηγύρια! Το τρίπτυχο κλαρίνο, πλαστικές άσπρες καρέκλες, κοψίδια δένει αρμονικά με τοίχους φτιαγμένους από κουτάκια μπίρας πάνω στο τραπέζι. Είναι όμως τα πράγματα έτσι όπως νομίζουμε;

Κατηγορηματικά όχι. Ίσα ίσα που ισχύει το αντίθετο από ότι πιστεύουμε. Το καλύτερο "ρούχο"της craft μπίρας είναι το κουτί αλουμινίου, ειδικά των πιο hoppy. Αυτό συμβαίνει γιατί κρατάει την μπίρα στο απόλυτο σκοτάδι, οπότε ο φωτοευαίσθητος λυκίσκος δεν επηρεάζεται από το φως. Επίσης, κλείνει πιο ερμητικά από το μπουκάλι οπότε οι αναερόβιες συνθήκες και η φρεσκάδα διατηρούνται. Όλο αυτό δημιουργεί το κατάλληλο περιβάλλον για να συσκευαστεί μια craft μπίρα. 

Ένα άλλο πλεονέκτημα είναι ότι η μπίρα σε κουτάκι παγώνει πιο γρήγορα από το μπουκάλι, οπότε το σερβίρισμά της είναι πιο άμεσο. Τέλος είναι ένα βολικό και ανακυκλώσιμο προϊόν. Για παράδειγμα, περπατάτε στο κέντρο της Αθήνας καλοκαίρι με ιδιαίτερη ζέστη. Κάποια στιγμή θέλετε να πάρετε μπίρες για να ξεδιψάσετε αλλά θέλετε και μερικές για το σπίτι. Τι είναι προτιμότερο, να κουβαλάτε 6 κουτάκια που θα τα βάλετε στη τσάντα σας ή 6 μπουκάλια; Αφήστε που μπορεί να χτυπήσετε τα μπουκάλια πουθενά και να σπάσουν. Σε κάποια άλλη στιγμή μπορεί να θέλετε να απολαύσετε τη μπίρα σας σε ένα ειδυλλιακό τοπίο που βρεθήκατε ξαφνικά. Αν έχετε κουτάκι απλά το ανοίγετε και πίνετε. Αν έχετε μπουκάλι ψάχνετε για ανοιχτήρι ή αν δεν έχετε, για κάτι αιχμηρό που θα κάνει την ίδια δουλειά. (βλέπε αναπτήρα, άκρη κουταλιού, πηρούνι, άκρη τραπεζιού, κλειδιά, κεφάλι. Το τελευταίο μη το δοκιμάσετε, πονάει!) 

Τώρα όσον αφορά την φοβία που έχουν ορισμένοι ότι το κουτί αλουμινίου μπορεί να προσδώσει μεταλλική γεύση στη μπίρα (σαν να γλείφουμε πεντάλεπτο του ευρώ ή πόλους μπαταρίας!), δεν υπάρχει τέτοια εκδοχή. Πριν από 45 χρόνια που τα κουτάκια ήταν τενεκεδένια ή από ατσάλι μπορεί να συνέβαινε αυτό, αλλά τώρα το αλουμινένιο κουτάκι, είναι ουσιαστικά ένα laminate, όπως λέμε εμείς οι Τεχνολόγοι Τροφίμων, δηλαδή ένα υλικό με διάφορες επιστρώσεις η μία πάνω από την άλλη. Μία επίστρωση από όλες αυτές είναι και ένα πολυμερές με βάση το νερό που εξαλείφει τον κίνδυνο να περάσει κάτι μεταλλικό στη μπίρα.

Εμπορικά μιλώντας, το κουτάκι  βοήθησε αρκετές Αμερικάνικες craft εταιρείες να προωθήσουν τα προϊόντα τους και σε αγορές που δεν μπορούσαν, γιατί σαν πιο ελαφρύ μέσο συσκευασίας μπορεί να μεταφερθεί πιο εύκολα. Για παράδειγμα αν σε μια ευρωπαλέτα χωράνε 72 κιβώτια με 24 μπουκάλια των 330 ml,  σε κουτάκια χωράνε 100 κιβώτια των 24 με 330 ml μπίρα. Αυτό μειώνει το κόστος μεταφοράς. Κακά τα ψέματα η craft μπίρα είναι πιο ακριβή από τη φύση της, οπότε μειώνοντας το κόστος μεταφοράς μειώνεται και η τιμή της και διατηρεί με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες την ποιότητά της. Για αυτό και βλέπουμε όλες τις trendy ζυθοποιίες του εξωτερικού, που φτιάχνουν για παράδειγμα New England IPAs, να συσκευάζουν τη μπίρα τους μόνο σε κουτάκια. 

Επίσης το καλό είναι ότι βλέπουμε σε μαγαζιά που φημίζονται για την πρωτοπορία τους στην craft μπίρα στην Αθήνα, το κόσμο να αγκαλιάζει το κουτάκι και να το προτιμά πολλές φορές από τη φιάλη. (Πόσες Αlchemist, Τree house, Τrillium δοκιμάσατε φέτος και πόσες Brewdog Elvis Juice;)

Τέλος, εμείς στο Men In Ale θεωρούμε ότι το κουτάκι είναι το μέλλον και μακάρι να δούμε την ίδια αποδοχή που απολαμβάνει το μπουκάλι στις μέρες μας στην Ελλάδα, γιατί δεν έχει να ζηλέψει τίποτα, τόσο σε design όσο και σε χρηστικότητα. Τυχεροί θα είναι τα επόμενα χρόνια όσοι μικροζυθοποιοί στην Ελλάδα, συσκευάζουν σε κουτάκια. 

Μέχρι το επόμενο άρθρο....Cheers!(από κουτάκι)

Men In Ale.... We Drink.... We Brew.... We Taste....

Τι σημαίνει Craft Beer...

Πολλές φορές αναρωτήθηκα, τι σημαίνει craft μπίρα στην Ελλάδα, και ακόμα το ψάχνω. Και αυτό γιατί σαν όρος δεν είναι καθορισμένος, όπως και η νομοθεσία για τη μπίρα στην Ελλάδα. 

Ο όρος Craft μπίρα εισήχθηκε από την Αμερική, όπου εκεί τα πράγματα όσον αφορά τη  μπίρα είναι προκαθορισμένα. 

Ένα ζυθοποιείο για να λέγεται Craft πρέπει, ο ιδιοκτήτης που έχει το 51% τουλάχιστον, να είναι ανεξάρτητος από  τις πολυεθνικές του ζύθου. Βέβαια αυτό δε λέει κάτι για τις μπίρες που φτιάχνει το ζυθοποιείο. 

Πιο δόκιμος όρος θεωρείται του American Brewer's Assosciation, που λέει ότι για να λέγεται craft ένα ζυθοποιείο, πρέπει να είναι μικρής παραγωγής, ανεξάρτητο από μεγάλα funds της μπίρας και παραδοσιακό. 

Παλιά στην Αμερική, υπήρχε ο όρος microbrewery=μικροζυθοποιείο, ο οποίος ήταν ακριβής σε αυτό που εννοούσε, αλλά εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια γιατί τα μικροζυθοποιεία όπως πχ η Sierra Nevada, η Dogfish Head κλπ, έγιναν τεράστια  με παναμερικανική εμβέλεια. Κι όπως ξέρουμε οι Beer Geeks θέλουν ακρίβεια στους ορισμούς, οπότε εισήχθηκε ο όρος, Craft μπίρα. Ο ορισμός αυτός εννοείται ότι πάλι δε λέει κάτι για τους τύπους της μπίρας που παράγει το ζυθοποιείο. 

Όσον αφορά την Ελλάδα τώρα, υπάρχει ένα γενικό μπλέξιμο. Καταρχάς, πολύς κόσμος δεν έχει πάρει χαμπάρι τι συμβαίνει με τη μπίρα, πόσο μάλλον με την Craft μπίρα. Ορισμένοι πιστεύουν ότι craft είναι το ζυθοποιείο που υπήρχε στην Αλεξάνδρας και έκλεισε, άλλοι πιστεύουν ότι είναι μπίρες που πίνουν μόνο οι beer geeks και αυτοί δε μπορούν να τις πιούν γιατί δεν έχουν γνώσεις στο αντικείμενο, άλλοι πιστεύουν ότι craft μπίρα είναι μόνο η ipa και η stout, άλλοι πιστεύουν ότι craft είναι μόνο οι ακριβές μπίρες του εμπορίου.

Ο φορέας που εμπλέκεται άμεσα με τα ζυθοποιεία, το χημείο του κράτους, ανεπαρκές όπως οι περισσότερες υπηρεσίες του κράτους ζει στο κόσμο του Rheinheitsgebot και οτιδήποτε διαφορετικό υλικό να βάλει ο ζυθοποιός στη μπίρα, την βαφτίζει ποτό από ζύθο. Για να γελάσουμε κιόλας, σε μπίρα φίλου μας, τον ρώταγαν αν έβαλε ροδάκινα στη μπίρα και που τα βρήκε αυτή την εποχή, ενώ το άρωμα ροδάκινου προερχόταν από το λυκίσκο! Σε άλλη χώρα θα το κατανοούσαν αυτό, εδώ όχι από ότι φαίνεται. Βασικά για κλάματα είναι όχι για γέλια αλλά ας πάμε παρακάτω. 

Η άποψή μου είναι, ότι ο ορισμός μπίρα μικροζυθοποιείων στην Ελλάδα εχει ακόμα ισχύ. Τα ελληνικά μικροζυθοποιεία έχουν κάνει άλματα τα τελευταία χρόνια και ορισμένα στέκονται άνετα στις αγορές του εξωτερικού. Όμως ο καλύτερος ορισμός για μένα θα ήταν craft μπίρα μικροζυθοποιείων με τρεις λέξεις.  

Εδώ θα επιχειρήσουμε να δώσουμε ένα Men In Ale ορισμό του τι αντιπροσωπεύει για μας η Craft μπίρα.  

Craft μπίρα είναι μία μπίρα που έχει φτιαχτεί για να αναδείξει την τεχνική κατάρτιση του ζυθοποιού, τη φρεσκότητα των υλικών, την πολυπλοκότητα ή απλότητα μιας συνταγής και τις παραλλαγές που μπορεί να γίνουν πάνω σε διάφορες παραδοσιακές συνταγές. Επίσης, σημαντικό είναι να εμπίπτει η μπίρα στο στυλ που αναγράφεται στην ετικέτα. 

Εκτός όμως από την μπίρα, craft για μας είναι και μια ολόκληρη κουλτούρα. Εκτός από τους ζυθοποιούς και τις μπίρες τους, είμαστε όλοι εμείς που μας αρέσει να ψάχνουμε γεύσεις, ταιριάσματα με φαγητό  και να απολαμβάνουμε μια καλή μπίρα. Η craft μπίρα αποτελεί για μας και ένα μέσο κοινωνικοποίησης, (pubs,bars,festivals) μιας και θα πάμε στα μέρη που απολαμβάνουμε την μπίρα μας και θα βρεθούμε με τους φίλους μας, θα συζητήσουμε και θα κάνουμε και νέους φίλους. Άλλωστε, 

στην Craft κουλτούρα όλοι έχουν δικαίωμα.

Δεν είναι προνόμιο των beer geeks μόνο, που αναπνέουν για το ratebeer, ούτε μόνο για αυτούς που έχουν γράψει πολλά χιλιόμετρα στις παμπ, ούτε μόνο για τους χίπστερς της μπίρας.

Είναι για όλο τον κόσμο που του αρέσει να απολαμβάνει την μπίρα. Αρκεί να ενδιαφέρεται να μάθει και κάποια πράγματα για το ποτό που πίνει και να μη φοβάται να δοκιμάσει κάτι άγνωστο. Και επίσης να κατανοεί ότι αγοράζοντας μια craft μπίρα μικροζυθοποιείου, επενδύει στη γευστική του παλέτα. 

Μέχρι την επόμενη craft μπίρα μικροζυθοποιείου που θα καταναλωθεί...

Skål !!!

 

Ein Bier Jägger in Wiesn 2016

Oktoberfest ή αλλιώς Wiesn, όπως το λένε στο Μόναχο. Αλήθεια πως είναι το Μόναχο όταν έχει Oktoberfest; Τι μπίρες πίνουν οι Γερμανοί εκτός από Ηelles, Weiss και Märzen στο Μόναχο; Τι τρώνε; Πως διασκεδάζουν; Αυτά τα ερωτήματα είχα κατά νου πηγαίνοντας στις 17 Σεπτεμβρίου στο Μόναχο για το Oktoberfest, καλεσμένος από την εταιρεία Καρούλιας και συγκεκριμένα την Paulaner. 

Μαζευτήκαμε μεσημέρι Παρασκευής στο αεροδρόμιο Ελ.Βενιζέλος μια παρέα συνεργατών, πωλητές και νικητές του διαγωνισμού της Paulaner, μπήκαμε στο αεροπλάνο της Lufthansa και σε 2 ώρες και κάτι φτάσαμε στο βροχερό Μόναχο. Αμέσως γίναμε μια μεγάλη παρέα με προδιαγραφές Champions league στη κατάποση μπίρας και εννοείται απλώσαμε και το πανό της Paulaner.

Την πρώτη μέρα πήγαμε για φαγητό και μετά επισκεφθήκαμε την παραδοσιακή μπιραρία Hofbräuhaus. Πολύ φολκλόρ, πολύ γερμανική παραδοσιακή μουσική, άπειρα Steins (ποτήρια λίτρου) με μπίρα και κόσμος που είχε ξεσαλώσει από νωρίς. Ο χώρος είναι πραγματικά εντυπωσιακός σε 3 ορόφους. Την ώρα που πήγαμε ήταν ασφυκτικά γεμάτο και η κατανάλωση μπίρας ήταν εκτός ελέγχου. Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρά γηπεδική. Εμείς ανεβήκαμε στο πατάρι του μαγαζιού και κάτσαμε να δούμε λίγο το χαμό που γινόταν και να πιούμε και κανένα Stein Hoffbräu. Και όντως ήπιαμε κάποια! 

Μετά την Hoffbräuhaus έσπασε η παρέα και κάποιοι κατευθύνθηκαν για το ξενοδοχείο, ενώ εμείς το Cava Di Patsi Crew πήγαμε στην μπιραρία Tap House να δοκιμάσουμε μπίρες μικροζυθοποιίων. Καλές και οι helles αλλά θέλαμε το κάτι παραπάνω. Το Tap House είναι μία μοντέρνα μπιραρία με 20 Taps και πάνω από 120 επιλογές σε μπουκάλια τόσο από την Ευρώπη όσο και από την Αμερική.

Δοκιμάσαμε διάφορες μπίρες μικροζυθοποιείων από 3 Floyds-Zombie Dust μέχρι Baltic Porter από την Smuttynose και Left Hand nitro milk Stout, καθώς και μια φοβερή Citra pils από ένα γερμανικό μικροζυθοποιείο, το Munich Brewmafia που η μυρωδιά της ήταν μεθυστική. Σίγουρα η φρεσκάδα παίζει ρόλο μιας και ήταν τοπική η μπίρα. Αν για παράδειγμα πίναμε την Zombie Dust στο Munster που έχουν το ζυθοποιείο οι 3 Floyds θα ήταν σίγουρα πιο αρωματική. Η βραδιά κύλησε ήρεμα και γυρίσαμε στο ξενοδοχείο να ξεκουραστούμε.

Την επόμενη μέρα, ανοίγοντας το παράθυρο παρατήρησα ότι η βροχή ήταν πιο έντονη και είδα στην τηλεόραση ότι το Oktoberfest είχε ξεκινήσει, με τον Δήμαρχο της πόλης να καρφώνει την κάνουλα στο πρώτο βαρέλι που ανοίχτηκε λέγοντας τη κλασική φράση O' Zapft Is ( Το βαρέλι "κούμπωσε" σε ελεύθερη μετάφραση). Αυτή είναι η στιγμή που σηματοδοτεί την αρχή του Oktoberfest. 

Κλείνοντας την τηλεόραση κατέβηκα στο lobby του ξενοδοχείου, συναντηθήκαμε με τους υπόλοιπους και πήγαμε στο εστιατόριο της Paulaner στο κέντρο του Μονάχου, το Paulaner Im Tal. Ένα χρυσό γουρούνι μας περίμενε στην είσοδο. Η διακόσμηση ήταν παραδοσιακή όπως αρμόζει στο Oktoberfest. Στο κέντρο του εστιατορίου υπήρχε στο πάτωμα και το σιδερένιο σήμα της Paulaner, ενώ αυτό που πραγματικά είναι εντυπωσιακό είναι οι χάλκινες κάνουλες του εστιατορίου που λάμπουν. Εδώ το σύστημα που χρησιμοποιείται είναι με δεξαμενές που καταλήγουν στις κάνουλες. Το φαγητό ήταν γερμανικά παραδοσιακό και ήταν αρκετά νόστιμο. Αφού φάγαμε ετοιμαστήκαμε να πάμε στη σκηνή της Paulaner στο Oktoberfest για να δούμε από κοντά τα όσα διαδραματίζονται σε αυτό το τεράστιο φεστιβάλ.

Εδώ να πούμε ότι στο Oktoberfest για όσους δεν γνωρίζουν παίρνουν μέρος μόνο οι 6 ζυθοποιίες του Μονάχου ( Augustiner-BräuHacker-Pschorr-Bräu, Löwenbräu, Paulaner, Spatenbräu , Staatliches Hofbräu-München και μόνο αυτές έχουν τέντα. Επίσης, η όλη ιδέα ξεκίνησε από τον γάμο του Βασιλιά  Ludwig I με την πριγκήπισσα Theresse το 1810 και το γλέντι του που ακολούθησε μετά. Με τα χρόνια πήρε την σημερινή του μορφή με τα 8.000.000 λίτρα μπίρας που καταναλώνονται κατα τις 3 βδομάδες της διάρκειας του.

Στην τέντα της Paulaner τα πράγματα θύμιζαν σαν να βρισκόμασταν σε μια άλλη εποχή λόγω των κοστουμιών που φορούσαν σχεδόν όλοι και λόγω της μουσικής, ένα κράμα πόλκας και εμβατηρίων στην αρχή όταν μπήκαμε στη τέντα. Ατμόσφαιρα γηπεδική να τραγουδάνε όλοι με σηκωμένα τα ποτήρια στον αέρα. This is pure Oktoberfest που λένε και οι φίλοι μας οι Άγγλοι. Εμείς κάτσαμε στις θέσεις που είχε κρατήσει η Paulaner για όλους τους καλεσμένους που είχε από το εξωτερικό. Φάγαμε, ήπιαμε, τραγουδήσαμε και γενικά περάσαμε καλά. Προς το βράδυ κάναμε και μια βόλτα έξω μιας και είχε σταματήσει λίγο η βροχή και βρεθήκαμε σε ένα τεράστιο λούνα παρκ. (Δείτε και τις φωτογραφίες)

Η επόμενη μέρα μας βρήκε στο μουσείο της BMW όπου το γυρίσαμε και μετά πήγαμε στο αεροδρόμιο για το ταξίδι της επιστροφής. Δυστυχώς όλα τα καλά κάποτε τελειώνουν αλλά ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον ξαναβρεθούμε εκεί. Δεν είναι μόνο οι μπίρες που κάναν την διαφορά, ούτε η πόλη του Μονάχου, ούτε τα Pretzels, αλλά η όλη ατμόσφαιρα στο Oktoberfest που είναι ατμόσφαιρα ενός megaparty αυτό που μας άρεσε. Για αυτό περάσαμε τέλεια. Ευχαριστούμε την Paulaner και φυσικά την εταιρεία Καρούλιας

Οι φετινές τάσεις στην ελληνική αγορά και οι φόροι

Αναμφισβήτητα το 2016 η craft μπίρα στην Ελλάδα αρχίζει να κινείται, και αυτό βγαίνει προς τα έξω(sic). Η IPA είναι το holy grail της κάθε μικροζυθοποιΐας φέτος. Θα μπορούσαμε να πούμε σαν σύγκριση, ότι η αγορά θυμίζει την εποχή που το καταναλωτικό κοινό στρεφόταν από την lager προς την weiss κάποια χρόνια πριν.

Οι επιλογές αυτή την στιγμή είναι αρκετές και μπορούν να καλύψουν και τον πιο απαιτητικό καταναλωτή που μόνο σε μπίρες εισαγωγής στρεφόταν τα τελευταία χρόνια. 

Θέλουμε strong ale;Έχουμε τη Sknipa

 

Θέλουμε ipa με άρωμα και γεύση εσπεριδοειδών; Έχουμε Voreia ipa. 

Θέλουμε ipa με άρωμα και γεύση τροπικών φρούτων; Έχουμε Septem 8η Μέρα και Menace από Satyr Brews.(Info: Η Menace IPA χτύπησε πρωτιά στο ratebeer στην Ελλάδα σε 2 βδομάδες κυκλοφορίας και τα 20 βαρελάκια της βρασιάς καταναλώθηκαν σε περίοδο 5 ημερών)

 

Θέλουμε ipa με άρωμα και γεύση κωνοφόρων; Έχουμε Σόλο Ψακί και Septem Lava

Θέλουμε Imperial ipa; Έχουμε Σόλο Φουριάρη με 10%αλκοολ και 100 ibu πικράδας.

Θέλουμε session ipa; Έχουμε Saltimbango από Caravan Brewery και Σόλο hoppy summer.  

Το καλό όμως δεν είναι μόνο οι ipas. Είναι ότι επιτέλους βλέπουμε μικροζυθοποιεία να πειραματίζονται.

Η Siris έβγαλε σε συνεργασία με την ΣΕΖΕ την Voreia Smoked, η Σόλο εκτός από τις 6 βασικές τις μπίρες έχει ήδη ανακοινώσει τις seasonal μπίρες που θα βγάλει μέχρι και το 2017, η Πατραϊκή ζυθοποιία έβγαλε ipa και stout μετά την pils της, η Μικροζυθοποιΐα Θεσσαλίας μετά την Αργώ έβγαλε μια ipa με το εκρηκτικό όνομα Molotov και πάει λέγοντας. Επίσης βλέπουμε άτομα που είχαν ως hobby την ζυθοποίηση να ανοίγουν ζυθοποιείο και να πηγαίνουν πολύ καλά (βλέπε Sknipa) ή να χρησιμοποιούν τον εξοπλισμό άλλων ζυθοποιείων για κάποιες βρασιές (βλέπε gypsy brewing) όπως είναι η Satyr brews και η Caravan Brewery. 

Ακόμα συνέχεια ανοίγουν νέα μικροζυθοποιεία σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Πρόσφατα παραδείγματα στη Δράμα η Johnie's Beer, η Lyra στα νομό Χανίων, στο Πύργο η Ηλειακή Ζυθοποιία, στη Κεφαλλονιά η Kefallonian Beer, στο Γύθειο μια καινούργια μικροζυθοποιία με lager ως πρώτη μπίρα, καθώς και στην Καρδίτσα η Στίλβη, στα Τρίκαλα η Ληθένια, στη Λάρισα η μικροζυθοποιΐα Θεσσαλίας με τις Θήτα, Ζήτα, Ωμέγα και έπονται ζυθοποιεία στη Πάρο, στη Φολέγανδρο, στο κέντρο της Αθήνας αλλά και σε πολλά άλλα μέρη. Σίγουρα πάνω στον ειρμό της σκέψης μου ξεχνάω αρκετά ζυθοποιεία συγχωρέστε με.

Από την άλλη η ζήτηση για lager ακόμα είναι μεγάλη ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες που ζεσταίνει ο καιρός, καθώς και η ζήτηση για μπίρες με μεγάλο αλκοολικό βαθμό, ειδικά στις ηλικίες 20-30 χρονών. Για αυτό το φαινόμενο ισχύει ότι όσο βαθαίνει η κρίση, ο καταναλωτής προτιμά να δώσει τα λίγα λεφτά που έχει για να κάνει πιο εύκολα "κεφάλι"με μία υψηλόβαθμη αλκοολικά μπίρα. Εμείς από την άλλη στο men in ale, ειδικά το καλοκαίρι, είμαστε λάτρεις των session μπιρών, που έχουν χαρακτήρα, αρώματα και γεύση χωρίς το πολύ αλκοόλ. Εκτός φυσικά από τις Imperial Stouts που τις λατρεύουμε όλες τις εποχές του χρόνου. (Βλέπε την εκδήλωση που κάναμε Brewdog Massive ABV Tasting). 

Παρόλα αυτά, εγώ σαν Δημήτρης Λαδόπουλος, βλέπω ότι το καταναλωτικό κοινό έχει αρχίσει να αναζητά μπίρες με χαρακτήρα σε μεγαλύτερο ποσοστό από ότι παλιότερα. Επίσης έχει αρχίσει να ξεχωρίζει τα είδη της μπίρας και να εμπλουτίζει την γεύση του (ισχύει και για το φαγητό που μπορεί να βρει κάποιος σε μια μπιραρία) και τέλος βλέπω μια αυξητική τάση προς τις μπίρες ελληνικών μικροζυθοποιείων. Η κατανάλωση ελληνικής μπίρας γενικά αυξάνεται σε σχέση με τις εισαγόμενες. (Βοήθησαν και τα capital controls για αυτό). 

Και επειδή οτιδήποτε πάει καλά στην Ελλάδα πρέπει να φορολογείται περισσότερο, ειδικά μετά τα μνημόνια, έρχεται η κυβέρνηση και βάζει επιπλέον φόρο στην μπίρα λίγο πριν το καλοκαίρι που συνήθως αυξάνεται η κατανάλωση. Όοοοχι το 2018 που ήταν να γίνει αρχικά αλλά από 1-6-2016! Άμεσα!

 

Αυτό φυσικά είναι λογικό μιας και στην Ελλάδα δεν υπάρχει ποτέ σχεδιασμός σε κάτι και οι φόροι μπαίνουν σα να ρίχνεις ασσόδυο στο τάβλι. Κατά τύχη δηλαδή. Και σαν τιμωρία επειδή κάτι πάει καλά. 

Φυσικά το κράτος θα κάνει μια αρχική είσπραξη το πρώτο διάστημα εφαρμογής του μέτρου, αλλά μακροπρόθεσμα και αν συνεχίσουν να πέφτουν οι φόροι βροχή αρκετές μικροζυθοποιΐες δε θα αντέξουν λόγω των φόρων και των χαμηλότερων πωλήσεων, και είτε θα κλείσουν είτε στην καλύτερη περίπτωση θα αλλάξουν έδρα και χώρα.

Σίγουρα τα πράγματα φαντάζουν απαισιόδοξα για το μέλλον, όχι μόνο του κλάδου της μπίρας αλλά γενικά για το επιχειρείν στην Ελλάδα. Η υψηλή φορολόγηση δεν βοηθάει ούτε τα έσοδα του κράτους, ούτε την επιχειρηματικότητα. Για παράδειγμα η Ρουμανία έχει κάνει ρεκόρ εσόδων σα χώρα φέτος γιατί έχει σταθερά χαμηλή φορολογία εδώ και κάποια χρόνια. Και η βιομηχανία της αυξάνεται, και οι επιχειρήσεις της αυξάνονται, και τα έσοδά της αυξάνονται, και οι φόροι της είναι χαμηλοί και τους πληρώνουν όλοι, και ανάπτυξη έχει, και μίκρυνε το δημόσιο τομέα της... Γιατί; Γιατί είχε πρόγραμμα, κάτι που εμείς δεν έχουμε.

Ας ελπίσουμε να το καταλάβουν στην πορεία οι πολιτικοί μας, γιατί στο τέλος θα μείνουν σε μια χώρα χωρίς οικονομικό περιβάλλον. Οικονομικοί αναλυτές δεν είμαστε αλλά δε γίνεται να συνεχίσει αυτή η κατάσταση με την υπέρμετρη φορολόγηση των πάντων. Τέλος όταν ένας κλάδος πάει να κάνει το κλικ για να ξεπεταχτεί, βοήθα τον, μη τον τιμωρείς. Η καλή μπίρα είναι ανθρώπινο δικαίωμα όπως λέει και ο Kjetil Jikiun της Σόλο, ας την βοηθήσουμε να αναπτυχθεί.

 

 

 

HORECA 2016 - Μία άκρως (μη) εμπορική προσέγγιση

Για άλλη μία χρονιά η HORECA επάξια κατέκτησε τον τίτλο της κορυφαίας έκθεσης στον χώρο της εστίασης, ποτών και ξενοδοχειακού εξοπλισμού. Από τις 12 έως τις 15 Φεβρουαρίου παρέλασαν σχεδόν όλες οι μεγάλες εταιρίες χωρισμένες στις 4 μεγάλες αίθουσες του Metropolitan Expo Center στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος.

February 14, 2016 at 1225PM.jpeg

Αφού παρκάραμε αρκετά μακριά καθότι όλα τα πάρκινγκ ήταν ξέχειλα την Κυριακή του Αγίου Βαλεντίνου κατά τις 12, περπατώντας συζητήσαμε για τα περίπτερα που πρέπει να επισκεφθούμε. 

Και καθότι men in ale, οι αίθουσες 1, 2 και 3 δεν μας ενδιέφεραν αφού αφορούσαν τα ξενοδοχειακά και τα τρόφιμα, προετοιμαστήκαμε να δώσουμε βάση στην αγαπημένη μας αίθουσα. Η 4 λοιπόν περιείχε μπύρα, αποστάγματα και καφέ τα οποία αγαπάμε (Βαλεντίνος είπαμε).

Η παρακάτω ανάλυση μας λοιπόν δεν αφορά την έκθεση αλλα τι είδαμε εμείς.

Μπύρα, μπύρα, μπύρα...

Πρώτη στάση Unibrau.

H Unibrau ανανεωμένη με βασικές ετικέτες την πασίγνωστη Fullers  και την Wychwood απο την οποία ξεχωρίσαμε την Gold Hobgoblin σε βαρέλι 4,2% και φιάλη 4,5%, ήταν μια ανάλαφρη και δροσιστική pale ale με hoppy χαρακτήρα. Εκεί συναντήσαμε και αρκετούς φίλους που μας συνόδευσαν σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή.

Έπειτα συνεχίσαμε στο περίπτερο της Deals SA στην οποία παρουσίαζαν την τεράστια ποικιλία εισαγώμενων ετικετών και την βραβευμένη ελληνική μικροζυθοποιία SIRIS με την Voreia.

Περάσαμε και από την Elixi. Marea, Delphi, 1129

Παρακάτω συναντήσαμε την Sky Spirits με τα ιαπωνικά single malt Nikka, με μεγάλη ποικιλία απο πραγματικά εντυπωσιακές γευσεις απο την Ιαπωνία που έχει πάρει ηγετική θέση στα ουίσκι, αλλα και το υπέροχο ρούμι Diplomatico

Λίγο ζαλισμένοι απο τα αρώματα των βαρελιών φύγαμε αργά αργα και καταλήξαμε στο περίπτερο που μας κρατησε λίγο παραπάνω.

 Amperiadis Beers ή Brewdog Greece (και λίγο Primator). Στην μπάρα δύο φίλοι και απέξω πολλοί περισσότεροι με τον Χρήστο Αμπεριάδη να μας προτείνει τις νέες γεύσεις που εχουν καταφτάσει από Σκωτία όπως η Albino Squid Assasin μία Red Rye Ale

received_10207710042405727.jpeg

Φυσικά ήπιαμε και όλες τις γνωστές και αγαπημένες Punk, Jackhammer, Libertine, ενώ το πιο ενδιαφέρον για εμάς ήταν οτι εκεί οργανώσαμε τα δύο Brewdog Events σε συνεργασία με την Amperiadis Beers και το Sorry Mom Liquor Store.

 

Φύγαμε αργά...πολλή δουλεια...

 

We drink (a lot), we taste, we brew... 

 

Συνέντευξη με τον Export Manager της Fullers Johhny Gray@Beer Corner

Αυτό τον Ιανουάριο στα πλαίσια της προώθησης των προϊόντων της Fuller's, η εταιρεία Unibrau κάλεσε τον export manager της, Johnny Gray. Εμείς τον συναντήσαμε στο Beer Corner και του πήραμε μία μίνι συνέντευξη, με συνοδεία μπίρας φυσικά. 

Αφού γνωριστήκαμε πρώτα και ήπιαμε και ένα pint Fuller's τον ρωτήσαμε τα παρακάτω:

Μ.Ι.Α.(Men In Ale) : Η Fuller's παράγει μια μεγάλη γκάμα προϊόντων (γύρω στις 40 ετικέτες).Όλες αυτές οι ετικέτες τυγχάνουν της ίδιας αποδοχής στις χώρες που εξάγονται;

Johnny Gray:  Όχι ιδιαίτερα. Η κάθε χώρα έχει διαφορετική κουλτούρα στη μπίρα. Έτσι ορισμένες ετικέτες μπορεί να ταιριάζουν περισσότερο σε μια χώρα από μία άλλη. Ο μεγαλύτερος όγκος εξαγωγών μας γίνεται στη Σουηδία. Ο επόμενος στόχος μας είναι να πάρουμε μερίδιο από την αγορά της Γερμανίας, μιας και τώρα έχουν αρχίσει να ενδιαφέρονται και για μπίρες που δεν υπάγονται στο νόμο Rheinheitsgebot. Η Γερμανία είναι μία χώρα που μας ενδιαφέρει αρκετά εμπορικά.

Μ.Ι.Α. : Ποιες χώρες έχουν την Fuller's ως το πιο αγαπημένο τους brand;

Johnny Gray : Σίγουρα αυτές είναι η Σουηδία,Φινλανδία και γενικά Σκανδιναβία όπως και ο Καναδάς. Πριν από 50 χρόνια σχεδόν όλη την εξαγωγή μας, την απορροφούσαν οι Η.Π.Α.

Μ.Ι.Α. : Η Fuller's είναι ένα παραδοσιακό βρετανικό ζυθοποιείο. Όμως οι μπίρες μοντέρνων συνταγών  ζυθοποίησης (Craft Beers) κατακτούν τις αγορές, όπως οι αμερικάνικες Westcoast IPAs και οι Imperial Stouts. Έχετε κάποιο μελλοντικό πλάνο να παράγετε τέτοιες μπίρες ή θα συνεχίσετε με τα παραδοσιακά αγγλικά στυλ;

Johnny Gray : Στη Fuller's αυτό που σχεδιάζουμε να κάνουμε, είναι μία ετικέτα που λέγεται Montana Red σε βαρέλι. Πρόκειται για μία American Red Rye Ale με λυκίσκο Galaxy (σ.σ.Ακούγεται νόστιμη) και imperial malt. Φυσικά οι core range μπίρες μας θα παραμείνουν στο παραδοσιακό στυλ. 

Μ.Ι.Α. : Πoιo είναι το marketing plan της Fuller's για να πάρει μερίδιο αγοράς στην Ελλάδα; Καταρχάς σας ενδιαφέρει η ελληνική αγορά;

Johnny Gray : Εννοείτε μας ενδιαφέρει μια αναπτυσσόμενη αγορά, όπως είναι η αγορά της Ελλάδος. Καταρχάς αυτό που θα προσπαθήσουμε, είναι να γνωρίσει ο κόσμος τις βασικές μας ετικέτες και να κάνουμε γνωστό το brand της Fuller's στην Ελλάδα. Για αυτό θα είμαστε και στην Ho.Re.Ca. στο περίπτερο της Unibrau και θα κάνουμε και κάποια tasting events πιο μετά. Επίσης προσπαθούμε να διεισδύσουμε στο χώρο των Supermarket.

Μ.Ι.Α.:Ποιες είναι οι τάσεις στις παμπ στην Αγγλία;

Johnny Gray : Στην Αγγλία οι παμπ έχουν αρχίσει και γίνονται περισσότερο οικογενειακές. Παλιά μετά την δουλειά ο κόσμος πήγαινε μόνο για να πιεί στις παμπ και να αποφορτιστεί από την δουλειά. Τώρα οι παμπ βάζουν μοντέρνο μενού και ο κόσμος βγαίνει με την οικογένεια  του για να περάσει καλά και όχι μόνο για να πιει μερικά pints. Μία καινούρια τάση στην Αγγλία είναι και οι Gastropub, που παντρεύουν την μοντέρνα κουζίνα με μπίρες από όλο τον κόσμο.

M.I.A.: Πως είναι τα πράγματα για το homebrewing στην Αγγλία;

Johnny Gray : Το Homebrewing έχει άνθηση στην Αγγλία αλλά δεν υπάρχουν πολλά μαγαζιά με υλικά homebrew να τα επισκεφθείς. Τα περισσότερα αν όχι όλα δουλεύουν ως e-shops. Αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι πολλοί homebrewers, αργότερα κάναν την δική τους μικροζυθοποιία. Είναι ένα χόμπυ που μπορεί να εξελιχθεί και ως επάγγελμα στην πορεία, αν βρεθούν και οι κατάλληλοι επενδυτές.

Μ.Ι.Α. : Johnny, ποια είναι η αγαπημένη σου παραδοσιακού τύπου ale (Εκτός Fuller's), και ποια η αγαπημένη σου craft μπίρα, από τα ταξίδια που έχεις κάνει σε όλο τον κόσμο;

Johhny Gray: Από παραδοσιακές ales μου αρέσει η Samuel Smith India Ale, ενώ από craft μπίρες μου αρέσουν πολύ οι μπίρες της Νορβηγικής Nøgne Ø.

Και κάπου εκεί τελείωσε η συνέντευξη μας, μιας κι ο Johnny έπρεπε να πάει στο ξενοδοχείο του και να ξεκουραστεί μετά από τόσες ώρες ταξίδι. 

Αν δεν έχετε γνωρίσει τις μπίρες της Fuller's ακόμα, μπορείτε να τις βρείτε για δοκιμή σε επιλεγμένες κάβες και επιλεγμένες pubs.

Men In Ale....We drink....We taste....We brew....  

  

Δύο διαφορετικές οπτικές για ένα διαγωνισμό σπιτικής μπίρας

Φυσικά μιλάμε για τον 1ο διαγωνισμό οικιακής ζυθοποίησης του συλλόγου των ελλήνων homebrewers(ΣΕΖΕ) και του μικροζυθοποιείου Siris που βγάζει την σειρά Voreia Beer. Από την μεριά μου ως κριτής (Δημήτρης Λαδόπουλος) ίσως είδα πολλά περισσότερα από ότι θα έβλεπα αν ήμουν διαγωνιζόμενος, όπως ήταν ο Νίκος Κοχύλης.

Για μένα ο διαγωνισμός ξεκίνησε από τις 9 το πρωί Σαββάτου της 5ης μέρας του Δεκέμβρη, στο ΤΕΙ Αθήνας. Γνωστοί και φίλοι είχαν διάφορους ρόλους για να συντελεστεί ο διαγωνισμός σωστά και επαγγελματικά όπως έπρεπε. Άλλοι ως διοργανωτές, άλλοι ως κριτές, όλοι συνετέλεσαν λίγο πολύ στην επίτευξη του στόχου, που ήταν να βγουν τα 10 δείγματα από τα 49, τα οποία θα διαγωνίζονταν για την πρώτη θέση την επόμενη μέρα.

Συγκεκριμένα όσον αφορά τα δείγματα και πως βαθμολογήθηκαν, έχω να πω ότι ως homebrewers έχουμε πάντα στο μυαλό μας τους αντίστοιχους διαγωνισμούς του εξωτερικού. Συγκεκριμένα τους διαγωνισμούς του BJCP. Έτσι, ακολουθήσαμε τα πρότυπα των διαγωνισμών που διοργανώνει αυτός ο οργανισμός.

Κάθε δείγμα είχε το δικό του BJCP Scoresheet, στο οποίο σημειώναμε τις παρατηρήσεις μας, που είχαν να κάνουν με την εμφάνιση του δείγματος, το άρωμα του, τη γεύση και την γενική εντύπωση που αποκομίζαμε κατά την γευσιγνωσία του. Επίσης συνοδευόταν και από ένα χαρτί που έγραφε όλα τα off flavours, το οποίο σε περίπτωση ύπαρξης τους, το επισυνάπταμε όταν παραδίδαμε το χαρτί της γευσιγνωσίας. Οι κριτές ήμασταν χωρισμένοι σε 5 τριάδες και δοκιμάσαμε από 10 δείγματα, εκτός από μια ομάδα που δοκίμασε 9. Οι δύο καλύτερες στη βαθμολογία από κάθε ομάδα προκρίνονταν στη τελική δεκάδα.Η κλίμακα της βαθμολογίας ήταν από 0 εως 50. Όταν υπήρχαν μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στους κριτές της ίδιας ομάδας (πάνω από 7 βαθμούς), απευθυνόμασταν στον επικεφαλής κριτή για να πάρουμε την γνώμη του.

Όσον αφορά εμένα, το κάθε δείγμα προσπάθησα να το κρίνω σύμφωνα με το πρότυπο του στυλ μπίρας, της Smoked Amber Ale. Τα δείγματα που βαθμολογούσα με μεγαλύτερη βαθμολογία  ήταν αυτά που καταλάβαινες την βασική μπίρα, δηλαδή την american amber ale(19A, BJCP Guidelines), τόσο χρωματικά όσο και αρωματικά/γευστικά, δηλαδή να βγαίνει ο καραμελένιος χαρακτήρας της μπίρας και σε περίπτωση πιο hoppy δειγμάτων, να μην τον καπελώνει και δημιουργεί αντίθετο αποτέλεσμα. Μετά κοίταζα να καταλαβαίνω την καπνιστή βύνη καταρχάς και να δένει ωραία με την βασική μπίρα, βγάζοντας μια ευχάριστη επίγευση στο τέλος.

Την ίδια τακτική ακολούθησα και την επόμενη μέρα, μιας και είχα την τιμή η ΣΕΖΕ να με επιλέξει για το τελικό πάνελ, μαζί με τους κυρίους Ταταρίδη, Κανελλακόπουλο, Kins και Μουταφτσή. Οι τρεις πρώτες μπίρες ήταν πολύ καλοφτιαγμένες από homebrewers που ηταν έμπειροι και είχαν πιάσει το νόημα της μπίρας που ζήταγε ο διαγωνισμός. Η μπίρα των Αρχοντάκη/Καζαμία κέρδισε όλους τους κριτές διότι έπεφτε ακριβώς στο οριζόμενο στυλ του διαγωνισμού. Πολλά συγχαρητήρια να δώσω τόσο στους νικητές, όσο και όλα τα παιδιά που στείλανε την συνταγή τους σε αυτό το διαγωνισμό. 

Από την μεριά μου ως Man In Ale έχω να πω : Keep homebrewing because we taste....

Από την οπτική του Νίκου

Για μένα η προετοιμασία ξεκίνησε από τον Σεπτέμβρη, ίσως υπερβολικά νωρίς. Είχα έτοιμα τα υλικά της συνταγής από το Ale Box αλλά τότε ήταν που μεσολάβησε η απόφαση για την εκδήλωση για το Halloween που έγινε στην Local και στην συνταγή προστέθηκαν 4 κιλά από κολοκύθα που είχε αγοραστεί έξω από το Μεσολόγγι επιστρέφοντας από τις καλοκαιρινές διακοπές.

Με αυτό τον τρόπο προέκυψε η καπνιστή pumpkin ale. Έτσι η συνταγή ξανασχεδιάστηκε. Μετά από περισσότερο διάβασμα του στυλ "american amber ale" με προσθήκη του καπνιστού χαρακτήρα, έγιναν μικροτροποποιήσεις ξανά στην συνταγή. Έτσι φτάσαμε στην μέρα της ζυθοποίησης. Η προσθήκη της τελευταίας στιγμής ήταν μια μικρή ποσότητα βύνης καπνισμένης σε τύρφη, η οποία είναι αυτή που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ουίσκι. Η μυρωδιά της είναι πολύ έντονη και θέλει ιδιαίτερη προσοχή στην ποσότητα που θα χρησιμοποιηθεί. Έντονη μυρωδιά σαν από καμένο λάστιχο ή πλαστικό, αλλά με ωραία κάπνα στην γεύση. Η ζύμωση κράτησε μερικές μέρες και εμβαρελώθηκε σε cornelius keg για ενανθράκωση σε χαμηλή θερμοκρασία. Μια δοκιμαστική εμφιάλωση προέκυψε με χαμηλή ενανθράκωση, οπότε τα τελικά μπουκάλια εμφιαλώθηκαν λίγες μέρες αργότερα. Η παράδοση έγινε στο ΤΕΙ Αθηνών, βάσει των οδηγιών του συλλόγου, στην Μαρία Κριθαρά φοιτήτρια του ΤΕΙ, της οποίας η βοήθεια για τον διαγωνισμό ήταν σημαντική, σε όλες τις φάσεις.

Η μέρα των προκριματικών έφτασε. Το ραντεβού των κριτών ήταν το Σάββατο 5 Δεκεμβρίου στις 9 το πρωί οπότε αποφάσισα να πάω και εγώ για τυχόν βοήθεια και να δω τον Δημήτρη που ήταν στο πάνελ των κριτών. Όταν έφτασα βρισκόντουσαν στην φάση του καλιμπραρίσματος των βαθμολογιών μεταξύ των κριτών. Βοήθεια τελικά χρειάστηκε μόνο για την εμφιάλωση του κρασιού που παράγει το ΤΕΙ, οπότε το πρωινό πέρασε εμφιαλώνοντας μοσχοφίλερο με τους φοιτητές, το οποίο ήταν μια ιδιαίτερα διασκεδαστική εμπειρία.

Την Κυριακή 6 Δεκεμβρίου η εκδήλωση ξεκίνησε στις 4 το απόγευμα, τα stands των χορηγών ήταν στημένα και έτσι ξεκίνησε η διαδικασία της βαθμολόγησης των 10 που είχαν προκριθεί στον τελικό από την διαδικασία του Σαββάτου, μέσα στους οποίους βρισκόμουν και εγώ. Μεταξύ δοκιμών σπιτικής μπύρας και πιροσκί υπήρξε η κλασσική ζυθοκουβέντα με τους homebrewers που είχαν καταφτάσει και από μακριά (Βόλο, Πάτρα) αποκλειστικά για την εκδήλωση.  

Φτάσαμε στην ώρα της ανακήρυξης των νικητών. Τρίτη θέση.... εγώ....Χαμόγελο, μικρή αμηχανία...και ανέβηκα να παραλάβω το μετάλλιο. Δεύτερη θέση, Λευτέρης Μεσημέρης, φίλος και εκπληκτικός ζυθοποιός από την Κερκυρα και πρώτοι το ντουέτο του Αντώνη Αρχοντάκη και του Γιώργου Καζαμία οι οποίοι θα λάβουν το χρηματικό βραβείο και η μπύρα τους θα ζυθοποιηθεί στις εγκαταστάσεις της Siris, στις Σέρρες.

Το επίπεδο της διαδικασίας του διαγωνισμού ήταν αντάξιο διαγωνισμών του εξωτερικού και παρά το γεγονός ότι βελτιώσεις είναι πάντα αναγκαίες, το αποτέλεσμα για πρώτο διαγωνισμό του συλλόγου ήταν εξαιρετικό. Αναμένουμε και νέες παρόμοιες δράσεις από τον σύλλογο αλλά και από όλους τους φορείς που αγαπούν την καλή μπύρα και την παραγωγή της.

Men in Ale, we drink, we taste, we brew